βουκολιαστής

βουκολ-ιαστής, οῦ, ,
A pastoral poet, Theoc.5.68.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουκολιαστής — βουκολιαστής, ο (Α) [βουκολιάζω, ομαι] αυτός που συνθέτει και τραγουδάει βουκολικά άσματα …   Dictionary of Greek

  • βουκολιασταί — βουκολιαστής pastoral poet fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολιαστῇ — βουκολιαστής pastoral poet fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολιαστάς — βουκολιαστά̱ς , βουκολιαστής pastoral poet fem acc pl βουκολιαστά̱ς , βουκολιαστής pastoral poet fem nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βωκολιάσδω — βωκολιαστής, βωκόλος (δωρ. τ.) (Α) βλ. βουκολιάζω, βουκολιαστής κ.λπ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.